Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ψένω

Ψένω § ὀπτάω. Μ. βασανίζω τινά. Π. τὸν ἔψησεν ἡ ἀρρώστια τριτοπρόσ. Ψένει § εἶνε θερμός. Π. τὸ χέρι σου ψένει.

Σημ. Ἐκ τοῦ ἕψω κατὰ μετάθεσιν τοῦ ε ψέω § ἐπενθέσει τοῦ ν (Σύλλ. 11) ψένω. Κακῶς λοιπὸν οἱ πλεῖστοι τῶν λογίων γρ. ψήνω νομίζοντες τοῦτο ἑλληνικώτερον.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!