Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ψέλνω

Ψέλνω § ψάλλω, μωρολογῶ. Π. τί ψέλνεις; δημοσιεύω τὰ κακά τινος. Π. Κύτταξε μὴ μὲ κάμῃς καὶ σ᾿ τὰ ψέλνω· καὶ ἑπομένως ἐξυβρίζω.

Σημ. Ὁ Βυζ. γρ. μόνον ψάλλω, ἀγνοῶν καὶ τὰς σημασίας ταύτας

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!