Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

χαλεύω

ζητώ, ψάχνω να βρω κάτι, ζητώ κάποιον. «Ποιον χαλεύεις να βρεις;».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Χαλεύω (χηλή = παλάμη, χηλεύω) = ἐρευνῶ νὰ εὕρω, φροντίζω ν’ ἀνακαλύψω, ψάχνω διὰ κάτι, ζητῶ νὰ μοῦ δώσουν, ἐπιδιώκω.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Χαλεύω: χαλέπτω-ψω = επιζητώ συνήθως πιέζοντας φορτικά. Συνήθεις εκφράσεις είναι «πάμε να χαλέψουμε τ’ κοπέλα» και «μ’ χαλεύ(ου)νε οι γύφτ(ι)σσες ψωμί και λάδ(ι)».

Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!