Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

χαλίπωμα (το)

ο χρόνος από τη δύση του ήλιου ως το σούρουπο, χαλιπώνει, εχαλίπωσε.
(βλ. σ΄νέμπασμα).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Χαλίπωμα /τὸ/ (χαλεπός, χαλέπτω) = τὸ λυκόφως, τὸ σούρουπο.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


χαλίπωμα  σούρουπο: ὅπου καί τό τέλος τῆς ἐργάσιμης ἡμέρας, (ΑΡΧ. χαλεπός, χαλέπτω).

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου


Μετά τη δύση, όταν αρχίζει να «σχνουδιάζει«, σουρουπώνει, σκοτεινιάζει. Φαίνεται να σχετίζεται με το «χαλεπός, χαλεπότης», δύσκολος, δύσβατον τόπου τινός … επειδή με την έλλειψη φωτός δυσχεραίνει η κίνηση. Γι΄αυτό λέμε: «χαλίπωσε, πού θα πας τέτοιαν ώρα;».

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Χαλίπωμα = σούρουπο.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής


Χαλύπωμα [καλύπωμα], τὸ ἀπὸ τῆς δύσεως τοῦ Ἡλίου μέχρι νυκτὸς διάστημα = σύρριπο. Φρ. ἐχαλίπωσε – ὅσο νὰ χαληπώσῃ.

Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

«Στο έμπα απ’ το χαλίπωμα». Χαλίπωμα, το, (αρχ. χαλεπός = δυσάρεστος) = το σουρούπωμα, το σούρουπο (συν+ρύπος), μετά το χαμήλωμα του ηλίου, το λυκόφως.Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα


βλ. και μισουρανὴς ἢ μισουρανὶς

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!