Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

χάφτω

Χάφτω (κάπτω, χαῦνος) = καταπίνω λαιμάργως καὶ κτηνωδῶς χωρὶς νὰ μασσῶ.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Τρώω λαίμαργα η μεταφορικά «τ’οχαψες μωρέ;». Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα κάπτω το οποίο αναφέρει ο Σκαρλάτος, ο λαός το λέει χάφτω. Εξ ου και το «χάφτει μύγες» ο τεμπέλης, επειδή συνήθως έχει το στόμα του ανοιχτό. Από το χάφτω, και η χαψ(ι)ά. (Στη δική μας προφορά δεν ακούγεται το -ι-, όπως στην καταψ(ι)ά του καταπίνω.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!