Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

φ(ι)νίκι (το)

  1. έντομο που κατατρώγει ύπουλα το ξύλο των επίπλων κυρίως. Στην επιφάνεια κάνουν τρύπες-τρύπες, απ΄ όπου βγαίνει η σκόνη ξύλου
  2. φινίκια λένε και τους φοίνικες. «Έβαλε φνίκια στον κήπο του»
    Φοινίκια λένε και τα φοικικόφυλλα στα βάγια μας. ( Η σχέση των δύο λέξεων είναι μόνο ηχητική).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Φ(ι)νίκ(ι) /τὸ/ (Ἰ. finire;) = ἐρεοτρύτης, τριχοκόπτης, σκόρος, (φοίνιξ) = τὸ δένδρον φοῖνιξ, μελομακάρουνο τῶν Χριστουγέννων.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!