Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

φαγαρρώστια (η)

υποκριτική αδιαθεσία, προσποιητή για να απολαύσει κανείς καλό και πλούσιο φαγητό.
Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω σατιρικό που το ακούς πού και πού.
Επιγράφεται: «Η άρρωστη γραία»:
«Μια γριά στα γερατιά / είχε πόνους κι αρρωστιά.
Τρέχει κράζει το γιατρό / να (ν) τσειπέι το γιατρικό.
Τ΄ έχεις, γριά μ, κι αναστενάζεις / κι όλο το γιατρό φωνάζεις;
Έχω αναφαγιά μεγάλη / και σκοτούρα στο κεφάλι.
Σήμερα δεν έφαγα άλλο, / παρ΄ ένα μηρί από γάλο,
τη φτερούγα και το πέτο / κι έξη απλάδενες μπουρδέτο,
και το βράδυ θα δειπνήσω / ένα αρνάκι που θα ψήσω.
Κι ο γιατρός ανατρομάζει. / Φέρτε τση κουκιά βρασμένα
μην (ν) πεινάσ΄ και φάει κι εμένα»
(Το ασμάτιο τούτο πρωτοδημοσιεύτηκε από το Λευκαδίτη λόγιο Ι.Ν. Σταματέλο – περιοδ. ΠΛΑΤΩΝ, τ. Β΄1879, σελ. 488).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Φαγαρρώστεια (τρώγω, φάγω-ἀρρώστεια) = ψευδὴς ἀσθένεια πρὸς ἐξασφάλισιν ἐκλεκτῆς διατροφῆς, προσποιητὴ νόσος ἢ ἀδιαθεσία.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!