Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

φάβα (η)

παχύρευστο και χυλώδες φαγητό που παρασκευάζεται από αποφλοιωμένους καρπούς του λαθυριού, του μπιζελιού και των κουκιών.
Στην πόλη της Λευκάδας υπήρχαν – τώρα πια εξέλιπαν – παρασκευαστές και πωλητές φάβας σ΄ όλη την περίοδο της Σαρακοστής.. Πουλούσαν φάβα κουκιών σε φελιά ολόπηχτη. Ποιος δε θυμάται τον Λουράνο που ήταν και πολύ καλός μουσικός – έπαιζε κόντρα μπάσο – στην φιλαρμονική.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Φάβα /ἡ/ (Λ. faba, Ἰ. fava) = ἀμυλοπολτὸς ἀπὸ βρασμένα κουκκιά.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!