Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

υἵπατα

Υἵπατα § αἱ τῶν γονάτων ἀρθρώσεις. Μ. αἱ δυνάμεις τοῦ σώματος, ἡ ἀνδρεία τῆς ψυχῆς. Φ. δὲν πιάνω υἵπατα = δὲν ἀναλαμβάνω τὰς σωματικάς μου δυνάμεις· δὲν μὲ βαστᾶν τὰ υἵπατα = δὲν ἔχω ἀνδρείαν, τόλμην· τρέμουν τὰ υἵπατά μου = λύονταί μου γυῖα (Ὅμηρ.).

Σημ. Ἡ λ. εἶνε ἴσως αὐτὸ τὸ Ὁμηρ. γυῖα· κατὰ μετάθ. Ἐγένετο υἷγα, τροπῇ δὲ τοῦ γ εἰς τ, κατὰ τὰ ῥάγα, ῥάτα, ἐγένετο υἷτα διὰ δὲ τὴν συγγένειαν τοῦ τ πρὸς τὸ π, κατὰ τὸ στάδιον, σπάδιον; ἐγένετο υἵπα, προσθέσει δὲ τῆς καταλήξ. τὰ υἵπατα κατὰ τὰ ἔργα, ἔργατα. Ἄλλοι δὲ εἰπάτωσαν τὰ πιθανώτερα.

βλ. ἥπατα

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!