Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τσόλι (το)

  1. τετράγωνος σάκος με κάλυμμα από γίδινο μαλλί, που το χρησιμοποιούν στα παλιά λιτρουβειά για να βάνουν μέσα το ζυμάρι της αλεσμένης στο αλώνι ελιάς. Τα γεμισμένα τσόλια τα έστηναν το ΄να πάνω στ΄ άλλο στη μηχανή (πιεστήριο) όπου με την πίεση και με ζεματιστό νερό έβγαινε το λάδι.
  2. τα φθαρμένα ρούχα, τα ξεσκισμένα και λερωμένα. «φοράει τσόλια ο άνθρωπος».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τσόλ(ι) /τὸ/ (Τ. τσούλ, Ἀλ. τσούλ-ι) = τεμάχιον αἰγείου ἐρέας ἐν εἴδει φακέλλου ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἁπλοῦται ἡ πρὸς ἔκθλιψιν ἐλαιοζύμη, ἐφθαρμένον εἶδος ἱματισμοῦ, ράκος.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Τσόλι = ὁ ἐν εἴδει φακέλου μάλλινος σάκος πού τοποθετοῦν τόν ἀλεσμένο ἐλαιόκαρπο γιά τό στίψιμο στά ἐλαιοτριβεῖα.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!