Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τσιγκρί (το)

η λέξη απαντάται στον πληθυντικό: τα τσιγκριά: Είναι δύο σανιδένιες τετράγωνες πλάκες 40X30 εκ. που η καθεμιά τους έχει στην εσωτερική της πλευρά όρθιες συρμάτινες ακίδες. Μ΄ αυτές τις δυο πλάκες έγραιναν (=ξάνοιγαν) το πρόβειο μαλλί, για να κάμουν τουλούπες: τοποθετούν τα μαλλιά ανάμεσα στις δυο πλάκες και ξεσέρνουν την απάνω προς το μέρος τους κι η άλλη μένει από κάτω ακίνητη, την ακινητοποιεί με τα πόδια της η νοικοκυρά χρησιμοποιώντας ένα μακρύ ξύλο που συνδέει την κάτω πλάκα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τσιγκρὶ /τὸ/ (σὺν-γραίνω) = ἑκατέρα τῶν σανιδίνων πλακῶν (φερουσῶν κατὰ τὴν μίαν πλευρὰν συρματίνας ἀκίδας) διὰ τῶν ὁποίων ἀντιθέτως συρομένων ἐπ’ ἀλλήλων γραίνεται τὸ ἔριον.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Τσιγκρία = 1. μεγάλες κατακόρυφες πέτρες μέ αἰχμηρές καταλήξεις σέ κορυφές βουνῶν,
2. ἐργαλεῖον ἀπό δύο τετράγωνες πλάκες μέ ψιλά καί πυκνά ἀτσάλινα ἀγκίδια πού συρόμενη ἡ μία ἐπί τῆς ἄλλης ξάνουν τό μαλλί.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!