Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τσακώνω

Τσακώνω (σηκόω; Ἀ. Τ. shάκ, Τ. τσὰκ) = συλλαμβάνω, παγιδεύω.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Με την έννοια του συλλαμβάνω.
Σε τσάκωσα (αιφνιδιαστικά), στο τσάκα!. Τσάκα είναι το δόκανο, η παγίδα. Από δω πιθανότατα το ρήμα στην ενεργητική φωνή με την έννοια του πιάνω. Στη μέση φωνή το τσακώνομαι σημαίνει διαπληκτίζομαι, μαλώνω. Είμαι τσακωμένος.
Υπάρχουν και άλλες ετυμολογίες, όπως το μεσαιωνικό τσακί(ον), ο σουγιάς κ.λπ. (βλ. Ανδριώτη).
Το σηκώο του Λάζαρη, άσχετο. Και το «τσακ» (στη στιγμή) το ίδιο.
Το «τσάκα» είπαμε, φαίνεται πιθανότερο. Με τον Ανδριώτη συμφωνούν Κακριδής και Μπαμπινιώτης.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!