Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τριτσοκώλι

Μπαλωμένο ρούχο.
Τριτσώνω τ΄ασκιά (Κοντομίχης).
«Ξε-τριτσώθ(η)κα», όπου και η τρίτσα (τρέσα ,ταινιακό πλέγμα, λέξη γαλλική).
Στην προκειμένη περίπτωση, ρούχο, ιδίως αντρικό παντελόνι, μπαλωμένο στον κώλο, γιατί εκεί φθείρεται (τρίβεται) περισσότερο.
Από τη μετοχή τριμμένος (του ρήματος τρίβω), το α΄συνθετικό της λέξης (τριτσο …). Το κώλι» μιλάει μόνο του.
To drizzare του Λάζαρη (τρίτσι) , άσχετο.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!