Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τ(ου)λούπα (η)

ποσότητα μαλλιών προβάτου ή γίδας έτοιμα για γνέσιμο.
Έχομε και τλούπες / τουλούπες λιναριού. Τις τοποθετούν στη ρόκα για γνέσιμο.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τ(ου)λοῦπα /ἡ/ = τολύπη, σφαιροειδὴς μᾶζα, σφαίρωμα ἐρίου, βάμβακος, λιναρίου κ.τ.τ. διὰ γνέσιμον.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!