Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τζάρκος (ο)

τόπος περιφραγμένος που έκλειναν μέσα τα αρνοκάτσικα κατά την εποχή του θηλασμού τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα κατσίκια ή αρνιά που προορίζονται για τον οβελία του Πάσχα. Αυτά τα βάνουν κάτω από μια κόφα, μετά το θηλασμό τους, για να μη τρέχουν και χοροπηδούν και αδυνατίζουν.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τζάρκος /ὁ/ (ζῶον-ἕρκος; Ἰ. cerchia) = περίφραγμα ἀπομονώσεως τῶν θηλαζόντων ἀμνῶν ἢ ἐριφίων κατὰ τὰς ὥρας βοσκῆς τοῦ ποιμνίου.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Τζάρκος = καλύβι πού ἀπομονώνουν τά ἀμνοερίφια στό διάστημα πού θηλάζουν.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

βλ. και  ζάρκος

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!