Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

στελίτης (ο)

η μυαλγία του αυχένα σε ανθρώπους και ζώα.
«μου πιάστηκε ο σβέρκος, έβγαλα το στελίτη» – «είμαι όπως ο λύκος που δεν μπορεί να γυρίσει το σβέρκο του».
Οι λαϊκογιατροί και ξορκίστρες γιάτρευαν το στελίτη με το «κόψιμο» που γινόταν με το τσεκούρι και είχε την έννοια ότι – τάχα – έκοβαν το νεύρο που κρατούσε ακίνητο το κεφάλι του αρρώστου. Ο ασθενής έμπαινε κάτω από μια πόρτα – αφού πρώτα τον σταύρωνε ο ιατρός με το τσεκούρι – κι ο θεραπευτής του έδινε συμβολικά τσεκουριές, χτυπώντας το ανώφλι της πόρτας, λέγοντας: «κόβω, κόβω / κόβω κι αντικόβω». Κι ο ασθενής τον ρωτούσε: «Τι κόβεις;» Απάντηση: «Κόβω το στελίτη, το μελίτη, και τον αδερφό του Χάρου». Κι με ένα ξόρκι ύστερα και με γεια του με χαρά. ( Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ 20).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Στελίτ(η)ς /ὁ/ (στήλη -ίτης) = μυαλγία ἢ νευρῖτις τοῦ αὐχενικοῦ τμήματος τῆς σπονδυλικῆς στήλης.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!