Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σερδενές (ο)

  1. ο μπουναμάς, το μικρό φιλοδώρημα.
    «Έπιασα από σαρδενέδες την πρωτοχρονιά 500 δρχ.» – «Έδωσες σερδενέ του παιδιού που σου έφερε το κουστούμι στο σπίτι;»
  2. ξυλοδαρμός.
    φράση: «Έφαγες κι εσύ το σερδενέ σου από το δάσκαλο;».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σερδενὲς  /ὁ/ (Λ. sordens) = γλίσχρον φιλοδώρημα πρὸς βοηθὸν τεχνίτου (ποὺ θὰ φέρῃ στὸ σπίτι τὸ καινούργιο κοστοῦμι ἢ παπούτσια).

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


Φιλοδώρημα μικρού υπαλλήλου. Το sordens του Λάζαρη ανύπαρκτο. Θέλει έρευνα.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!