Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σέσουλα (η)

το λαβούτε που χρησιμοποιούν οι μπακάληδες για να βάνουν σε σακούλες από τα τσουβάλια όσπρια, ρύζι κ.λπ. και να τα ζυγίζουν.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σέσ(ου)λα /ἡ/ (Ἰ. sessola) = πτυοειδὲς ξύλινον σκεῦος μεταγγίσεως ὀσπρίων, δημη­τριακῶν, ἀλεύρου κ.τ.τ. μὲ βραχεῖαν λαβήν.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!