Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ρουμπώνω

γεμίζω το στόμα μου με φαγητό βία-βία, κατεβάζω την τροφή αμάσητη.
φράσεις: «ερούμπωσα» = εχόρτασα, γιόμισα την κοιλιά μου – «το ρούμπωσε στη στιγμή».
ουσιαστικό: ρούμπωμα

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ρ(ου)μπώνω (Ἰ. rubare) = καταπίνω ἐν σπουδῇ, χάφτω ἀμάσσητον.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Ρουμπο σ΄το.
Ο Λάζαρης παραπέμπει στο ιταλικό rubare και το αποδίδει σωστά ως καταπίνω με βιασύνη, χάφτω αμάσητο. Το ίδιο και ο Κοντομίχης.
Η προέλευση του είναι από τη μεσαιωνική λέξη ρομβώνω, μαγεύω ρίχνοντας ρόμβους (θυμήσου το παιγνίδι πάρ΄ τα όλα και τη σβούρα) επομένως απατώ. Ο Μπαμπινιώτης, πιο κοντά στα πράγματα αποδίδει μεταφορικά, νικώ, αποστομώνω (κάποιον). Μ΄ αυτό που του είπε τον ρούμπωσε. Με μικρές παραλλαγές συμφωνούν οι ειδικοί. Από το ρομβώνω, λοιπόν το ρουμπώνω.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!