Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ρείκη – τα ρείκια

θαμνώδες φυτόν που έχει, κατά τη λαϊκή αντίληψη ιαματικές ιδιότητες.
Συνταγή από γιατροσόφι (Η λαϊκή ιατρική της Λευκάδας): «Δια το πάθος της σπλήνας, έπαρε κορυφές της ρείκης και βράσε τες με ξίδι ή κρασί και ας πίνει ταχύ και βράδυ, 40 ημέρας».
Παροιμία: «Το γύφτο κάναν βασιλιά κι εκείνος γύρευε ρείκια».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

Ῥείκια § ξύλα ἐξ ἐρείκης, ἐξ ὧν γίνονται καλοὶ ἄνθρακες. Π. Τὸ ’γύφτο κάνουν βασιλειὰ κ’ ἐκειὸς γυρεύει ῥείκια (παροιμ. 32).

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!