Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ρακοκαύκι (το)

ξύλινο καυκί, ξύλινη κούπα.
Σε χργρφ. γιατροσόφι από το χωριό Πόρος διαβάζομε: «Η κουφοξυλιά είναι δυο λογιών: ¨Επαρε ιατρέ, τα φύλλα της και βράσε τα εις τρίτον και δώσε ένα ρακοκαύκι να πίνει εκείνος όπου είναι ασθενισμένος από την χολήν.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!