Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

πρήσμα (το)

πρήξιμο, όταν το σιτάρι δεν καθαρίζεται και πλένεται κανονικά = φούσκωμα.
θεραπευτική: «Και εις πρίσματα. Τη φλούδαν την δροσερήν και τον καρπόν τον δροσερόν (του πλατάνου) να τρίψει και να τα βάλει με μέλι απαφρισμένο να γένει ωσάν αλοιφή και να το βάνει ως έμπλαστρον επάνω εις τα μάτια τα πρισμένα και υγιαίνουσι. Σταμάτα και το δάκρυ οπού τρέχει».

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!