Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

πλοχέρι (το)

ποσότητα πράγματος που χωράει στη μια παλάμη του ανθρώπου με ενωμένα σφιχτά τα δάχτυλά του.
«Έφαγα ένα πλοχέρι σπερνά» – «δανείστηκα ένα πλοχέρι φακή, για΄τι δεν μ΄ έφτανε η δική μου».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Πλοχέρ(ι) /τὸ/ (ἁπλόω, ἁπλοῦς-χεὶρ) = ἡ χωρητικότης τῆς ἀνθρωπίνης παλάμης μετὰ τῶν δακτύλων ἡνωμένων καὶ ἐλαφρῶς κεκαμμένων. «ἕνα πλοχέρ’ σπερνά».

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


(Α)πλοχέρι. Δό(σ)μ΄ ένα πλοχέρ΄ αλεύρι. Η λέξη γίνεται απλά, από το απλός (μόνος, αντίθετο διπλός κ.ο.κ) και χέρι. Και σημαίνει όσο χωράει η (μια) παλάμη με τα δάχτυλα κλεισμένα. Από δω και η απλοχεριά κ.λπ. (από το απλός και το απλώνω).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Πλοχέρι = ὅσο χωράει τό ἕνα χέρι, ἕνα πλοχέρι σταφίδες (μιά χούφτα σταφίδες).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Πλοχέρι καὶ πλοχεριὰ § τὸ βαθούλωμα τῆς παλάμης· μέτρον, ὅσον χωρεῖ ἡ παλάμη. Π. Δός μου ἕνα ’πλοχέρι ἀλεῦρι· – ἐπῆρα κἄμποσα μὲ τὸ ’πλοχέρι μου.

Σημ. Ἐκ τοῦ ἁπλόω καὶ χείρ· ὁ Αἰνιὰν γρ. Ἀπλόχερον (Ἀθην. σ. 14).

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!