Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

πανάδα (η)

ξερά κομμάτια ψωμιού μαγειρεμένα: μούσκευαν ελαφρά το ψωμί, το ΄ριχναν στη πινιάτα χωμένο στο νερό, κι όταν έπαιρνε «βράση», έριχναν μέσα λίγο ντοματοπολτό, κρεμμύδι, πιπέρι, αλάτι και τα ΄φηναν «να γίνει».
Ύστερα το κένωναν στα πιάτα και το ΄τρωγαν με πολύ ψωμί.
Η πανάδα μοιάζει με το «αγιοζούμιν» των βυζαντινών καλογήρων.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Πανάδα /ἡ/ (Ἰ. panata) = σοῦπα ἐκ ζωμοῦ καὶ τεμαχίων ἄρτου, (πανίον) = ἐφηλίς, ἕκαστον ἐκ τῶν ἐπιδερμικῶν στιγμάτων ποὺ ἐμφανίζονται εἰς τοὺς πολὺ ξανθούς.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!