Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

πάντα (η)

κεντημένο ύφασμα που καρφώνεται στον τοίχο σε ορισμένα – και από πριν προσδιορισμένα – μέρη: πάνω από καναπέδες (στις πλάτες), κομμούς, κασέλλες, κρεβάτια, κ.ά.
Οι οθόνες αυτές είναι πάντα κεντημένες με πολύχρωμες κλωστές. Κεντούν ποικιλία θεμάτων: σκηνές της καθημερινής ζωής, θέματα από τη φύση, άνθη και σκηνές φανταστικές ή από παραμύθια.
Έτσι βλέπομε γυναίκες να ταΐζουν τις κότες τους στην αυλή, τιναχτάδες να τινάζουν ελιές, πουλιά, αγγέλους κ.ά.
Δε λείπουν και τα σοφά λογία του λαού, μήτε οι  χαιρετισμοί και οι ευχές. Σε πάντα του χωριού Καρυά διαβάζομε: «το πιπρομένον φύγειν αδύνατον». Σε μια άλλη του χωριού Νικιάνα: «Κι αυτό θα περάσει».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Πάντα /ἡ/ (Ἰ. banda) = μέρος, τόπος, πλευρά, ὕφασμα ἢ τάπης προσηλούμενος ἐπὶ τοῦ τοίχου εἰς τὸ πλευρὸν κλίνης ἢ καναπέ.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!