Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

π΄στρώνω

επιστρώνω – πιστρώνω. Τακτοποιώ τα σκεπάσματα ανθρώπου που κοιμάται, για να μη γλιστρήσουν και του φύγουν.
φράσεις: «Έλα να με π΄στρώσεις, γιατί μου φύβγανε τα σκεπάσματα» – «Μια στιγμή να π΄στρώσω το κρεβάτι του παιδιού κι έφτασα».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Π(ι)στρώνω (έπὶ-στρωννύω) = διευθετῶ τὰ σκεπάσματα κατακεκλιμένου ἀτόμου ὥστε νὰ μὴ διολισθαίνωσιν ἢ ἀφίνωσι κενά.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Επι-στρώνω. Οι μανάδες προσέχουν τα απιδιά τους να μη ξεσκεπάζονται στον ύπνο και κατά διαστήματα τα πιστρώνουν

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!