Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ολοτσίτσιδος -η -ο

γυμνός, ζόρκος. 

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ὁλοτσίτσ(ι)δος -η -ο (ὅλος, Ἰ. ciccia) = ὁλόγυμνος, ἀδαμιαῖος.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Γυμνός, ολόγυμνος. Το τσιτσό στην παιδική ηλικία είναι το κρέας, Υποκοριστικό το ουσιαστικό τσιτσίδι κι απ΄ αυτό το επίθετο τσίτσιδος και ολοτσίτσιδος, ολόγυμνος.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ὁλοτσίτσιδος = ὁλόγυμνος.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!