Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

οβορός (ο) και ὀβωρός (ὁ)

βορός.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ὀβορὸς /ὁ/ (Ἀλ. ὀbόρρ-ι, Σ. Σ. ὀbὸρ) = αὐλόγυρος, μάνδρα, αὐλή, σταῦλος.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


ὀβωρός (ὁ): περιφραγμένη αὐλή. Διαφέρει ὅμως τῆς κυρίως αὐλῆς, διότι αὕτη εἶναι προωρισμένη διά πλύσιμον καί ἄλλας ἐργασίας τῆς οἰκίας, ἐνῶ ἡ χρῆσις τοῦ ὀβοροῦ εἶναι ἀγροικωτέρα, τίθενται ὄρνιθες, κτήνη, κ.λπ., (Α. oborr, S. Obor).

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου


Ὀβορός, § τόπος ἔξωθεν τῆς οἰκίας, ὕπαιθρος καὶ περιπεφραγμένος. ΚΝ. Τόπος ὕπαιθρος, ὅπου διαμένουσι τετράποδα ζῶα, ἐξ οὗ γελαδοβορός· κτλ.

Σημ. Ἡ λ. φαίνεται ἔκφυλος. Ὁ Αἰνιὰν γρ. βορὸς καὶ ἀγνοεῖ τὴν α’ σημασίαν (Ἀθ. σ. 15).

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!