Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ξ(υ)λοκραίνω

παραμιλώ, ομιλώ χωρίς λογική. (ξυλοκραίνω)

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ξ(υ)λοκραίνω (ἔξαλος-κραίνω) = παραληρῶ, παραμιλῶ, παραλογίζομαι.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Ξυλοκκραίνω = παραμιλῶ, παραλογῶ, αὐτός ξυλοκραίνει, αὐτός παραμιλᾶ, δέν ἔχει συναίσθηση αὐτῶν πού λέγει.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Ξυλοκρένω § μοιρολογῶ, ἐπὶ ἀσθενοῦς ὅταν ὑπὸ τοῦ πυρετοῦ ζαλιζόμενος λαλῇ ἀσύνετα.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!