Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ξετιμώνω και ξετιμάω

  1. εκτιμώ την αξία κάποιου αντικειμένου ή κάποιου ποσού της καρποφορίας, κατά προσέγγιση.
  2. σχολιάζω με διάθεση κουτσομπολιού το ντύσιμο, το νοικοκυριό ή τη συμπεριφορά κάποιου.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ξετ(ι)μώνω = ἐκτιμῶ, ὑπολογίζω τὴν ἀξίαν, καρποφορίαν κ.τ.τ., σταθμίζω τὰ προτερήματα ἢ ἐλαττώματά τινος κατασκοπευτικῶς.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Εκτιμώ. Εδώ σχολιάζω με διάθεση κουτσομπολιού. (Κοντομίχης). Λέμε συνήθως: «Εκεί που πήγε (για γυναίκες ιδίως) την ξετμώσανε.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ξετιμάω καί ξετιμώνω = ἐκτιμῶ, ξετίμησε τή ζημιά (ἐκτίμησε τή ζημιά).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής


 Ξετ’μώνω= ξετιμώνω (εκ+τιμάω-ώ) = δίνω τιμή, εξ ου και ξετ(ι)μωτής = ο εκτιμητής, ο καθορίζων το τίμημα συνήθως επί καρποφορίας ελαιών.Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!