Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ξεραθυμιά

μεγάλη επιθυμία για κάτι :»Μήπως έχεις νοικοκυρά μου, μια σφήνα τυρί, δανεικό;» απάντηση: «Ούτε για ξεραθυμιά, προγιαστή μου, δεν έχω».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ξεραθ(υ)μ(ν)ιἀ /ἡ/ (ἐξ-ἐρι-θυμόω) = γεῦσις σφοδρῶς ποθουμένου πράγματος, δοκιμή, ἀπόλαυσις.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Ξεραθυμιά = σφοδρή ἐπιθυμία γιά κάποιο ἐκλεκτό φαγητό γιά κάτι τό ἰδιαίτερο, θέλεις καί ξεραθυμιές, (θέλεις καί ἰδιαίτερα).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Ξερραθυμιὰ § πᾶν νόστιμον καὶ ὀρεκτικὸν ἔδεσμα.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!