Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ντόρκος -α -ο

ο χωρίς επίβλεψη νέος ή νέα, ο τελείως ελεύθερος.
φράσεις: «αυτή είναι ντόρκα, δε λογαριάζει κανέναν». – «Πού γυρίζεις μαρή ντόρκα; δεν έχεις σπίτι;» – «Τον άφησαν τελείως ντόρκον. Ούτε που υπολογίζει μάνα ή πατέρα» – «Κοπάδι ντόρκο».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ντόρκος -α -ο (δόρκος -ειος; Ἀ. Τ. τὲργκ) = ἀδέσμευτος, ἀνεπιτήρητος, ἐλεύθερος, ἐγκαταλελειμμένος.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


Ντόρκα = 1. ἀφύλακτα ζῶα,
2. γυναῖκα ἐλευθέρων ἠθῶν, παραστρατημένη.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Ντόρκο ἴδε, ζόρκος.

Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

 

Ένα Σχόλιο

  1. Χαλικιοπουλος Σωτηρης - Απάντηση

    Συνήθως η λέξη ντόρκος (και το ρημα ντορκεύω) χρησιμοποιείτα για ζώα κυρίως υποζυγια. Για ανθρωπους η χρηση ειναι μεταφορικη.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!