Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μόνε-μόνε (σύνδ.)

μόλις-μόλις, λίγο-λιγάκι.
φράση: «Το παραθυρόφυλλο χάλασε, μόνε μόνε είναι», δηλ., σε λίγο πέφτει.
Οι δυο λέξεις πηγαίνουν μαζί. Το μόνε, μόνο του, σημαίνει: μόνο, μονάχα.
φράση: «Εγώ δεν τα ΄διωξα τα παιδιά, μόνε τούς έκαμα την παρατήρηση να μην πειράζουν τα δέντρα».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μόνε-μόνε = μόνον καὶ μόνον, μόλις, ἐλαφρά, ἐλάχιστα, ἀκροθιγῶς.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Το μόριο αυτό μόνο του σημαίνει: αλλά και, αλλά επιπλέον (Μπαμπινώτης).
Διπλό όμως σε μας σημαίνει: «τσίμα τσίμα». Φυσικά είναι λαϊκός τύπος του ουδετέρου του αρχαίου επιθέτου μόνος, -ον (αν μετακινηθεί ο τόνος στη λήγουσα γίνεται μονός).
Λέμε συνήθως: «τόφερε (ύφασμα) μόνε-μόνε…» (ίσα ίσα).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!