Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μ(ου)νούχι (το)

ο ευνουχισμένος τράγος ή κριάρι. φράση: «Πάρε, κουμπάρε, να νιώσεις τι τρως, είναι μουνούχι, μοσκοβολάει«, λένε οι χασάπηδες διαφημίζοντας τα σφαγμένα τραγιά.
Το ρήμα μουνουχίζω.
Ο ευνουχισμένος κόκορας λέγεται καπόνι.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μουνοῦχι /τὸ/ = εὐνουχίας, εὐνουχισμένος, ἀποτετμημένος τοὺς ὄρχεις.

Μουν(ου)χίζω = εὐνουχίζω, ἀποστειρώνω δι’ ἀποτομῆς τῶν ὄρχεων.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!