Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μα(ν)τζούνι (το)

φάρμακο καμωμένο από πρακτικούς, με βότανα κοπανισμένα με μέλι. Τα μαντζούνια τα ΄φκιαναν οι ξορκίστρες και τα ΄διναν σε κείνους που είχαν ανεπάρκεια στα συζυγικά τους καθήκοντα. Τα ΄παιρναν και γυναίκες που είχαν καθυστέρηση.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μαντζοῦν(ι) /τὸ/ (Τ. μαδζοὺν) = φύραμα, ἔκλειγμα, πολτῶδες φάρμακον.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!