Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μίγγος (ο) καί μίγκος

το πουλάρι της φοράδας σε ηλικία 2-3 χρόνων, ατσοκάνιστο, βαρβάτο.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μίγγος /ὁ/ (Ἰ. micio;) = πῶλος ἵππου δύο ἕως τριῶν ἐτῶν μὴ εὐνουχισθείς, πουλάρι βαρβᾶτο.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρη


Μίγκος, § λέγ. χλευαστικῶς ὁ μικρόσωμος ἵππος, § εἶδος παιγνιδίου εὐχρήστου παρὰ τοῖς παισὶ τῶν χωρικῶν.

Σημ. Μήπως ἐκ τοῦ μίκκος = μικρός;

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!