Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μάσκουλο

Μάσκουλο /τὸ/ (Λ. mascella, moschetto) = κροτίς, βαρελότο, γίγγλυμος, μεντεσές.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Ιταλική λέξη, είδος κροτίδας, που στα εφτάνησα έσκαζε τις μέρες γιορτών. Θυμόμαστε εδώ και τις (σ)τρακατρούκες των παιδικών μας χρόνων στο χωριό το μεγαλοβδόμαδο, όπως και τα κριτσόνια στις αγρύπνιες.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Ένα Σχόλιο

  1. Το μάσκουλο είχε επίσης την έννοια του δυνατού βαρελότου και στο χωριό μου. Μάλιστα το έσκαγαν παράλληλα με τον κτύπο της καμπάνας τις Κυριακές και γιορτές. Το έθιμο καταργήθηκε το 1954 μετά από θανατηφόρο ατύχημα.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!