Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λουτσίζω

περιφέρομαι σε λασπώδη μέρη, ή γυρίζω μεσ’ τη βροχή και μουσκεύω εντελώς.
φράση: «Μπα παιδί μου, που γυρίζεις μεσ΄ τη βροχή; Έγινες λούτσα«.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Λ(ου)τσίζω (Σβ. λούτσα, Άλ. λούτσε -α) = περιπατῶ εἰς βορβορώδη τόπον, ρυπαίνω ἢ ρυπαίνομαι διὰ βορβόρου.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!