Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λαγήνα ή λαήνα ή στάμνα και λαγίνα

πήλινο σκεύος με κοντόπλατο λαιμό που το χρησιμοποιούν για αποθήκευση νερού ή κρασιού. Συχνά όμως έβαναν και άλλα είδη όπως τυρί, πληγούρι, πετιμέζι, λάδι. Συνήθως οι λαγήνες είχαν και καπάκι. Όλες οι λαγήνες επίσης είναι αλειμμένες με κιτρινόφαιη αδιάβροχη αλοιφή, εκτός από κείνες που προορίζονταν για νερό.
Σαν παλιό παραδοσιακό σκεύος το συναντάμε σε πλήθος καταγραφών:
1772, Νο 164: «σταμνί με ολίγο λάδι μέσα».
1702, Νο 89: «Ένα παλιόσταμνο με πληγούρι και δυο νερολαγήνες παλιές».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Λα(γ)ήνα /ἡ/ = λάγηνος, πηλίνη ὑδρία, λαγῆνι.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Λαγίνα = πήλινο μακρόστενο μικρό πυθάρι.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!