Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κουάρτο (το)

το 1/4 της ώρας.
«Τι ώρα είναι;» – «Τρεις και κουάρτο».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κουάρτο /τὸ/ (Ἰ. quarto) = τὸ 1/4 τῆς ὥρας ἢ ἄλλου πράγματος «εἶναι μία καὶ κουάρτο«.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


κουάρτο (τό): τό ¼ ὥρας, μήκους ἤ βάρους, (BEN. quarto).

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!