Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κεροδοσά (η)

το σύνολο των κεριών που πάνε στην εκκλησία για τις ανάγκες μιας κηδείας και τα οποία μένουν στο ναό. Παλιότερα κεραδοσά έλεγαν «Τα εντάφια, συνσιτάμενα εκ σαβάνων, υποδημάτων, κηρίου και λιβάνου». (Γ.Χ.Μαραγκός).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κεροδοσὰ /ἡ/ (κηρὸς-δόσις, δέσις) = τὰ διὰ τὴν κηδείαν ἀπαραίτητα κηρία τὰ ὁποῖα μετ’ αὐτὴν ἀφίνονται εἰς τὸν ναόν.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Κεροδοσά. Τὰ ἐντάφια συνιστάμενα ἐκ σαβάνων, ὑποδημάτων, κηρίου, καὶ λιβάνου.

Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!