Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κασσέλα (η)

έπιπλο πολύ συνηθισμένο και καθιερωμένο σε κάθε λευκαδίτικο σπίτι.
Είναι ένα κασόνι (σεντούκι) επίμηκες και βαθύ και κατά κανόνα πολύ περιποιημένο, με σκαλισμένη περίτεχνα την πρόσοψή του.
Μέσα φύλαγαν ασπρόρουχα, σεντόνια, πουκάμισα, μεσάλια, πετσέτες κ.α. Ήταν διαφόρων ποιοτήτων και μεγεθών. Στηρίζονταν σε 4 πόδια-πέλματα σκαλισμένα σε απομίμηση ποδιών λιονταριού. Κάθε κασσέλα είχε και το ξεχωριστό της χώρισμα, σχηματίζοντας ένα σεντουκάκι – μέσα στο σεντούκι- και σ΄ αυτό φύλαγαν οι γυναίκες μύγδαλα, καρύδια, ρόδια, παξιμάδια, καθώς και το κομπόδεμα της νοικοκυράς.
Τις κασσέλες τις σκέπαζαν με υφαντό ρούχο, το λεγόμενο κασσελοσκούτι.
Η κασσέλα ήταν από τα πιο παλιά έπιπλα στο νησί και το συναντάμε πολύ συχνά σε προικοσύμφωνα. π.χ. 1706: «Κασσέλα αλπεδένια» (από ξύλο αλπέδο), 1748: «κασσέλα κάρινη«, 1798: «κασσέλα κυπαρισσένια πρώτη και δεύτερη», 1851: «κασσέλα σκαλιστή καινούργια».
Οι παλιοί Λευκαδίτες έλεγαν: «Από μπρανέλλο φύλαε τη γυναίκα σου κι από χωριάτη την κασσέλα σου». Προφανώς από το ζακυνθινό όμοιό του: «Από Ζακυνθινό φύλαε τη γυναίκα σου κι από Κεφαλλονίτη την κασσέλα σου».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κασσέλα /ἡ/ (Ἰ. cassella) = οἰκιακὸν κιβώτιον ἱματισμοῦ.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!