Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κ΄φό (κουφό) (το)

ο ποντικός.
«Δεν γλιτώνουμε από τα κφά, πρέπει να πάρομε κι άλλη γάτα». Οι παλιότεροι Λευκαδίτες στα χωριά έβαναν τα καρβέλια με το ψωμί σε μεγάλα στρογγυλοειδή κοφίνια, τις λεγόμενες μαλάθες, που δέχονταν επιθέσεις ποντικών από τις στέγες. Γι΄ αυτό, για να αποφεύγουν τα κουφά, κρεμούσαν τις μαλάθες, σκεπασμένες με τα κουπώματά τους, απ΄ τα ματέρια της οροφής με σιδερένια βέργα, και πάνω απ΄ το πλεχτό κούπωμα της μαλάθας τοποθετούσαν μια γλιστερή λαμαρίνα, κυρτή, ώστε τα κουφά που κατεβαίναν από τη στέγη, χρησιμοποιώντας το κρεμαστήρι, να γλιστρούν και να πέφτουν στο πάτωμα, όπου παραφύλαγαν και τ΄ άρπαζαν οι γάτες.
ΒΑΛ. Φωτεινός, Β΄27: «Ήρθε στην κόκκινη εκκλησιά εξήντα χρόνους πίσω / ένας σοφός καλόγερος, φευγάτος απ΄ την Πόλη … / Στο πρόσταγμά του τα κουφά, εφεύγαν, οι ακρίδες».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κ(ου)φὸ (κυφὸς) = ποντικὸς μικροσώμου εἴδους.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Κουφά (τα). Προφέρουμε «κφα». Τα ποντίκια. Και ο Βαλαωρίτης στο Φωτεινό (2, 27) «στο πρόσταγμά του τα κουφά εφεύγανε».

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Κουφό = τό ποντίκι.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!