Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

θράσο (το)

ο ετοιμόρροπος, ο αστενικός, ο γερασμένος, ο άχρηστος. Λέγεται για ανθρώπους και ζώα.

φράσεις: «Τι να το κάνουμε αυτό το γαϊδούρι δε βλέπεις; Είναι ένα θράσο και μισό» – «Πώς έγινε αυτό το άλογο έτσι, εγέρασε, ένα θράσο είναι» – «Τι του ζήλεψε αυτή η χριστιανή και τον παντρεύτηκε; Ένα θράσο είναι.» –  «Τι περιμένεις απ΄ αυτό το θράσο; Ούτε να μιλήσει δεν μπορεί».

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!