Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

θαφτειό (το)

το νεκροταφείο, που οι παλιοί συνήθιζαν να λένε θαφτειό.
Τα θαφτειά στη Λευκάδα πριν από μερικές δεκαετίες ήταν σε κάποιο εξωτερικό χώρο εφαπτόμενον του ναού. Ο χώρος αυτός ήταν πάντα περιτειχισμένος και πάντα ασπρισμένος. Εδώ θάπτονταν όλοι πλην των ιερέων και επισκόπων, που θάβονταν μέσα στην εκκλησιά. Υπήρχαν τότε και τα θαφτειά των κτητορικών ναών. Σ΄ αυτά θάβονταν οι αναγνωρισμένοι κτήτορες του ναού, πράγμα που συνεχίζεται και σήμερα. Παράδειγμα αναφέρουμε την κτητορική εκκλησία του Παντοκράτορα στη Χώρα, όπου είναι ο τάφος του ποιητή Αριστ. Βαλαωρίτη, που ήταν ένας από τους κτήτορες του ναού. Επίσης αναφέρουμε και το ναό της Παναγίας της Γύρας, όπου μέσα στο εκεί εκκλησάκι τάφηκε το 1777 ο Παναγιώτης Τσιτσιλιάνος (Σικελιανός) ως κτήτορας του ναού. Σήμερα γύρω στο νεκροταφείο εξακολουθούν να θάβονται οι μεταγενέστεροι κτήτορες.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Θαφτειὸ /τὸ/ (θάπτω) = ὁ τόπος τῆς ταφῆς, ὁ οἰκογενειακὸς τάφος.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!