Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

θάμα, θάμμα και θάϋμι καὶ θυάμα

Θάμα /τὸ/ = θαῦμα, ἀξιοπερίεργον, ἀπροσδόκητον.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Θάμμα καὶ θάϋμι καὶ θυάμα § θαῦμα. Π. τρειοῦ ἡμέραις εἶν’ τὸ θάμμα κὴ ἄλλαις τρεῖς τὸ παραθάμμα. Ἐκ τούτου καὶ τὰ ῥήματα θαμμάζω, θυαμάζω, θυαμάζομαι, θυαμαίνομαι (ἅπαντα οὐδ.). Π. θυαμαίνομαι τὸ κρύο νερό· σέρνε, κοκονίτσα μου, τὸ χορό. ΚΝ.

Σημ. Ἰδ. Σύλλ. 35.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!