Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ζεύκι (το) και ζεύκη

φαγοπότι, καλοπέραση, γεύμα. Όταν μας βρίσκει κάποιος επισκέπτης στην ώρα του φαγητού τον καλούμε και λέμε: «Κόπιασε να φάμε …». Κι αυτός απαντά: «Ευχαριστώ, κάμ΄ τε ζεύκια σας».
Φράση: «»Περνάμε ζεύκια».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ζεῦκι /τὸ/ (Ἀ.Τ. ζὲβκ) = συμπόσιον, εὐωχία, φαγοπότι, γεῦμα. «ἔχουνε ζεῦκι», «κάμε ζεῦκι σου».

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


Ζεύκη = ἀπολαγή φαγητοῦ, ἤ καί ἀγαθῶν, κάνε ζεύκη σου (ἀπόλαυσε τό φαγητό σου).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!