Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ζαμάνι (το) – ζαμάνια

μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η λέξη απαντάται στις φράσεις: «Χρόνια και ζαμάνια έχομε να ιδούμε …» – «Ζέστα μεγάλη, κακό ζαμάνι έχομε …».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ζαμάν(ι) (ἀκλ.) (ζαμενής, Ἀ.Τ. ζεμάν, Τ. ζαμὰν) = ἰσχυρότατος, ὑπερβολικός, μακροχρόνιος: «κάνει κάψη ζαμάνι», «χρόνια καὶ ζαμάνια ἔχει νὰ μᾶς γράψη».

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!