Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ζαγανάς (ο)

χειροπρίονο μικρό με στενή λάμα. Μερικοί ζαγανάδες είναι κυρτοί, μοιάζουν με ζήτα μικρό (ζ). Υπάρχει τοπωνύμιο Ζαγανάς και παρατσούκλι επίσης (Κώστας Πάλμος, Μεγανησιώτικα, σελ 64).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ζαγανᾶς /ὁ/ (ἠχητ.) = εὐμεγέθης χειροπρίων μὲ στενὸν ἕλασμα.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


ζαγανάς (ὁ): χειροπρίονο μέ στενή λάμα.

Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου


Ζαγανᾶς, § εἶδ. πρίονος.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!