Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ζάβγια

κόπιτσα, μικρή πόρπη.
Είναι σε δυο κομμάτια, αρσενικό και θηλυκό, και θηλυκώνουν. Μπαίνουν κυρίως στα γυναικεία φορέματα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ζάβ(γ)ια /ἡ/ (ζεῦγος, ζεῦξις, Ἀλ. ζάβεα) = συρμάτινος ζευκτὴρ γυναικείων ἐνδυμάτων (ἀρσενικὸ-θηλυκό).

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Ζάβια. Κόπιτσα, μικρή πόρπη (Κοντομίχης). Έρευνα, «αβεβαίου ετύμου» είναι το ζαβός (στραβός). Στην Καρυά, ο Μανώλης (Μπουρσινός) στο «πλούσιο» για την εποχή μπακάλικο του διέθετε για τις νοικοκυρές ζάβιες σε κουτάκι, αρσενικές και θηλυκές για τα φουστάνια των γυναικών και άλλες χρήσεις.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ζάβγιες, οι: (ρ. ζεύγνυμι = ενώνω ή και θηλυκώνω), οι ζευκτήρες (θηλυκό-αρσενικό) στο μπούστο του φουστανιού, της παραδοσιακής φορεσιάς.

Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!